Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την απόφασή του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-807/18 και C-39/19 (Telenor Magyarország Zrt. κατά Nemzeti Média- és Hírközlési Hatóság Elnöke), ερμήνευσε για πρώτη φορά τον κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης που κατοχυρώνει την αρχή της «ουδετερότητας του διαδικτύου».

Οι απαιτήσεις για την προστασία των δικαιωμάτων των χρηστών του διαδικτύου και για την ίση και χωρίς διακρίσεις μεταχείριση της κίνησης δεδομένων αντιτίθενται στην προνομιακή μεταχείριση ορισμένων εφαρμογών και υπηρεσιών από παρόχους πρόσβασης στο διαδίκτυο. Τέτοιες πρακτικές εμφανίζονται μέσω προσφορών στο πλαίσιο των οποίων συγκεκριμένες εφαρμογές και υπηρεσίες παρέχονται με «μηδενική χρέωση», ενώ για τη χρήση άλλων εφαρμογών και υπηρεσιών εφαρμόζονται μέτρα επιβράδυνσης ή παρεμπόδισης της κίνησης δεδομένων.

Η εταιρεία Telenor, με έδρα την Ουγγαρία, παρέχει μεταξύ άλλων υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο. Μεταξύ των υπηρεσιών που προσφέρει στους πελάτες της περιλαμβάνονται δύο πακέτα προνομιακής πρόσβασης (γνωστά ως «μηδενική χρέωση» – zero rating). Η ιδιαιτερότητα των πακέτων αυτών είναι ότι η κίνηση δεδομένων που προκύπτει από τη χρήση συγκεκριμένων υπηρεσιών και εφαρμογών δεν υπολογίζεται στον συνολικό όγκο δεδομένων που αγοράζουν οι πελάτες.

Επιπλέον, όταν εξαντληθεί ο αγορασμένος όγκος δεδομένων, οι πελάτες μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τις συγκεκριμένες εφαρμογές και υπηρεσίες χωρίς περιορισμούς, ενώ η κίνηση δεδομένων για άλλες εφαρμογές και υπηρεσίες επιβραδύνεται ή παρεμποδίζεται.
Η ουγγρική αρχή μέσων ενημέρωσης και επικοινωνιών, αφού κίνησε δύο διαδικασίες για να διαπιστώσει αν τα εν λόγω πακέτα υπηρεσιών ήταν συμβατά με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2015/2120, ο οποίος θεσπίζει μέτρα σχετικά με την πρόσβαση στο ανοιχτό διαδίκτυο [1], εξέδωσε δύο αποφάσεις με τις οποίες έκρινε ότι τα πακέτα αυτά ήταν ασυμβίβαστα με την υποχρέωση ίσης και χωρίς διακρίσεις μεταχείρισης της κίνησης δεδομένων που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 του κανονισμού. Για τον λόγο αυτό, η Telenor όφειλε να παύσει την εμπορική τους διάθεση.

Κατόπιν δύο προσφυγών που άσκησε η Telenor, το Fővárosi Törvényszék (Δικαστήριο Πρωτεύουσας, Ουγγαρία) αποφάσισε να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ζητώντας διευκρινίσεις σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του κανονισμού. Οι διατάξεις αυτές κατοχυρώνουν ορισμένα δικαιώματα των τελικών χρηστών υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο [2] και απαγορεύουν στους παρόχους να συνάπτουν συμφωνίες ή να εφαρμόζουν εμπορικές πρακτικές που περιορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών. Ζητήθηκε επίσης ερμηνεία της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, η οποία επιβάλλει γενική υποχρέωση ίσης και χωρίς διακρίσεις μεταχείρισης της κίνησης δεδομένων.

Με την απόφασή του της 15ης Σεπτεμβρίου 2020, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του Δικαστηρίου ερμήνευσε για πρώτη φορά τον Κανονισμό (ΕΕ) 2015/2120, ο οποίος καθιερώνει τη θεμελιώδη αρχή του ανοιχτού διαδικτύου, γνωστή ως «ουδετερότητα του δικτύου» (net neutrality).
Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3 παράγραφος 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού, το Δικαστήριο επισήμανε ότι τα δικαιώματα των τελικών χρηστών ασκούνται «μέσω της υπηρεσίας πρόσβασης στο διαδίκτυο» και ότι οι πάροχοι δεν επιτρέπεται να περιορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών.

Επιπλέον, από το άρθρο 3 παράγραφος 2 προκύπτει ότι οι υπηρεσίες ενός παρόχου πρόσβασης στο διαδίκτυο πρέπει να αξιολογούνται υπό το πρίσμα της υποχρέωσης αυτής από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές [3] και από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις συμφωνίες που συνάπτει ο πάροχος με τους τελικούς χρήστες όσο και τις εμπορικές πρακτικές που εφαρμόζει.

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο διευκρίνισε τις έννοιες των «συμφωνιών», «εμπορικών πρακτικών» και «τελικών χρηστών» κατά τον Κανονισμό 2015/2120 [4] και έκρινε ότι η σύναψη συμφωνιών με τις οποίες ο πελάτης επιλέγει πακέτο υπηρεσιών που συνδυάζει «μηδενική χρέωση» με μέτρα επιβράδυνσης ή παρεμπόδισης της κίνησης δεδομένων για άλλες εφαρμογές και υπηρεσίες μπορεί να περιορίσει σημαντικά την άσκηση των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 του κανονισμού.

Πράγματι, τέτοια πακέτα υπηρεσιών είναι δυνατόν να αυξήσουν τη χρήση των προνομιακά μεταχειριζόμενων εφαρμογών και υπηρεσιών και, αντιστοίχως, να μειώσουν τη χρήση άλλων διαθέσιμων εφαρμογών και υπηρεσιών, ιδίως όταν ο πάροχος λαμβάνει τεχνικά μέτρα που καθιστούν τη χρήση τους δυσκολότερη ή ακόμη και αδύνατη.

Επιπλέον, όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των πελατών που συνάπτουν τέτοιες συμφωνίες, τόσο μεγαλύτερος είναι ο σωρευτικός αντίκτυπός τους, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικό περιορισμό της άσκησης των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών ή ακόμη και να επηρεάσει την ίδια την ουσία των δικαιωμάτων αυτών.
Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3 παράγραφος 3 του κανονισμού, το Δικαστήριο έκρινε ότι, για να διαπιστωθεί ότι μια πρακτική είναι ασυμβίβαστη με τη διάταξη αυτή, δεν απαιτείται αξιολόγηση του αντίκτυπου των μέτρων παρεμπόδισης ή επιβράδυνσης της κίνησης στα δικαιώματα των τελικών χρηστών. Η διάταξη αυτή θεσπίζει αυτοτελή υποχρέωση ίσης και χωρίς διακρίσεις μεταχείρισης της κίνησης δεδομένων.

Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι, εφόσον τα μέτρα παρεμπόδισης ή επιβράδυνσης της κίνησης δεν βασίζονται σε αντικειμενικές τεχνικές απαιτήσεις ποιότητας των υπηρεσιών για συγκεκριμένες κατηγορίες κίνησης, αλλά σε εμπορικά κριτήρια, τα μέτρα αυτά πρέπει να θεωρούνται από μόνα τους ασυμβίβαστα με την εν λόγω διάταξη.
Κατά συνέπεια, πακέτα υπηρεσιών όπως αυτά που εξετάστηκαν από το αιτούν δικαστήριο μπορούν, κατά γενικό κανόνα, να θεωρηθούν αντίθετα τόσο προς το άρθρο 3 παράγραφος 2 όσο και προς το άρθρο 3 παράγραφος 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να εξετάζουν καταρχάς τις πρακτικές αυτές υπό το πρίσμα της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές.
(πηγή: curia.europa.eu)